Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thoughtlessly
01
ασυνείδητα, μηχανικά
acting automatically or without deep thinking
Παραδείγματα
Some routines are done thoughtlessly, like brushing your teeth.
Ορισμένες ρουτίνες εκτελούνται απερίσκεπτα, όπως το πλύσιμο των δοντιών.
02
απερίσκεπτα, χωρίς σκέψη
in an uncaring and inconsiderate manner
Παραδείγματα
The comment was thoughtlessly cruel, though he did n't mean to hurt her.
Το σχόλιο ήταν απερίσκεπτα σκληρό, αν και δεν είχε σκοπό να την πληγώσει.
Λεξικό Δέντρο
thoughtlessly
thoughtless
thought



























