Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thoughtlessly
01
ασυνείδητα, μηχανικά
acting automatically or without deep thinking
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She thoughtlessly hummed a tune while washing dishes, lost in habit.
Εκείνη απερίσκεπτα σμύριζε μια μελωδία ενώ έπλενε πιάτα, χαμένη στη συνήθεια.
02
απερίσκεπτα, χωρίς σκέψη
in an uncaring and inconsiderate manner
Παραδείγματα
He thoughtlessly interrupted her presentation to crack a joke.
Αυτός απερίσκεπτα διέκοψε την παρουσίασή της για να πει ένα αστείο.
Λεξικό Δέντρο
thoughtlessly
thoughtless
thought



























