Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thoughtfulness
01
επιμέλεια, προσοχή
the quality of being kind, considerate, and attentive to the needs and feelings of others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her thoughtfulness in remembering my birthday meant a lot to me.
Η συνεπιμέλεια της στο να θυμάται τα γενέθλιά μου σήμαινε πολλά για μένα.
02
σκέψη, προσεκτικότητα
the trait of thinking carefully before acting
03
ευγένεια, προσοχή
kind and considerate regard for others
04
σκέψη, διαλογισμός
a calm, lengthy, intent consideration
Λεξικό Δέντρο
unthoughtfulness
thoughtfulness
thoughtful
thought



























