Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to biodegrade
01
βιοδιασπώμαι, αποσυντίθεται φυσικά
to break down or decompose naturally by biological processes, typically through the action of microorganisms like bacteria or fungi
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
biodegrade
γ΄ ενικό πρόσωπο
biodegrades
ενεστώτα μετοχή
biodegrading
απλός αόριστος
biodegraded
παθητική μετοχή
biodegraded
Παραδείγματα
The fallen tree began to biodegrade, returning nutrients to the forest floor.
Το πεσμένο δέντρο άρχισε να βιοδιασπάται, επιστρέφοντας θρεπτικά συστατικά στο δάπεδο του δάσους.
Λεξικό Δέντρο
biodegradable
biodegrade
bio
degrade



























