binge
binge
bɪnʤ
binj
binglebilge

Ορισμός και σημασία του "binge"στα αγγλικά

01

μια μέθη, μια λαίμαργη γιορτή

an occasion when a person drinks or eats excessively 
binge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
binges
Παραδείγματα
Her weekend binges on junk food left her feeling guilty and sluggish on Monday mornings. 

Οι υπερβολικές καταναλώσεις της σε junk food τα σαββατοκύριακα την άφηναν να νιώθει ένοχη και νωθρή τα Δευτέρα πρωί.

02

υπερβολή, ακρασία

any instance of excessive or immoderate indulgence in an activity, habit, or interest 
Παραδείγματα
She went on a binge of watching old movies all weekend. 

Έκανε ένα μαραθώνιο παρακολούθησης παλιών ταινιών όλο το σαββατοκύριακο.

to binge
01

καταβροχθίζω, τρώω ή πίνω υπερβολικά

to drink or eat excessively 
Intransitive: to binge on food
to binge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
binge
γ΄ ενικό πρόσωπο
binges
ενεστώτα μετοχή
binging
απλός αόριστος
binged
παθητική μετοχή
binged
Παραδείγματα
After the stressful week, he decided to binge on his favorite comfort foods. 

Μετά την αγχωτική εβδομάδα, αποφάσισε να παραφάει τα αγαπημένα του comfort foods.

Λεξικό Δέντρο

bingeable
binge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store