thighbone
thigh
ˈθaɪ
θαι
bone
boʊn
μπουν
/θˈa‍ɪbə‍ʊn/

Ορισμός και σημασία του "thighbone"στα αγγλικά

01

μηριαίο οστό, μηρός

the longest bone in the human skeleton which is between the hip and the knee
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thighbones
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store