Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thimble
01
δαχτυλήθρα, προστατευτικό καπάκι δακτύλου
a small protective cap worn on the finger to prevent injury while pushing a needle through fabric when sewing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thimbles
02
δαχτυλήθρα, περιεχόμενο μιας δαχτυλήθρας
as much as a thimble will hold



























