thespian
Pronunciation
/ˈθɛspiən/

Ορισμός και σημασία του "thespian"στα αγγλικά

01

ηθοποιός, θεατρικός καλλιτέχνης

an actor or actress who performs on stage or in film
thespian definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thespians
Παραδείγματα
The talented thespian seamlessly transformed into each role he played.
Ο ταλαντούχος θεσπιανός μεταμορφώθηκε απρόσκοπτα σε κάθε ρόλο που έπαιξε.
01

θεατρικός, δραματικός

relating to drama, theatre, or acting
thespian definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her thespian passion was clear in the way she spoke about Shakespeare.
Το πάθος της για το θέατρο ήταν ξεκάθαρο στον τρόπο που μιλούσε για τον Σαίξπηρ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store