thewy
thewy
θju:i
thyooi

Ορισμός και σημασία του "thewy"στα αγγλικά

01

μυώδης, δυνατός

muscular or possessing well-developed physical strength 
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
thewiest
συγκριτικός βαθμός
thewier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The thewy wrestler dominated his opponents with his impressive strength and agility. 

Ο μυώδης παλαιστής κυριάρχησε στους αντιπάλους του με την εντυπωσιακή του δύναμη και ευκινησία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store