thewy
thewy
θju:i
θγουι
/θjˈuːi/

Ορισμός και σημασία του "thewy"στα αγγλικά

01

μυώδης, δυνατός

muscular or possessing well-developed physical strength
Approving
Formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
thewiest
συγκριτικός βαθμός
thewier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The blacksmith's thewy frame was the result of countless hours spent forging metal in the intense heat of the forge.
Το μυώδες πλαίσιο του σιδηρουργού ήταν το αποτέλεσμα αμέτρητων ωρών που πέρασε σφυρηλατώντας μέταλλο στη δυνατή ζέστη της καμίνου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store