thermostat
ther
ˈθɜ:
thē
mos
məs
mēs
tat
tæt
tāt

Ορισμός και σημασία του "thermostat"στα αγγλικά

01

θερμοστάτης

an instrument that automatically controls the temperature of a room, machine, etc. 
thermostat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thermostats
Παραδείγματα
The thermostat regulates the temperature in the house, ensuring comfort and energy efficiency. 

Ο θερμοστάτης ρυθμίζει τη θερμοκρασία στο σπίτι, διασφαλίζοντας άνεση και ενεργειακή απόδοση.

to thermostat
01

θερμοστατώ, ελέγχω τη θερμοκρασία με θερμοστάτη

control the temperature with a thermostat 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thermostat
γ΄ ενικό πρόσωπο
thermostats
ενεστώτα μετοχή
thermostatting
απλός αόριστος
thermostatted
παθητική μετοχή
thermostatted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store