Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Theorist
01
θεωρητικός
someone who formulates general principles to explain specific events or phenomena
Παραδείγματα
The psychologist 's groundbreaking work as a theorist revolutionized our understanding of human behavior and cognition.
Η πρωτοποριακή εργασία του ψυχολόγου ως θεωρητικού επανάστασε την κατανόησή μας για την ανθρώπινη συμπεριφορά και τη γνωστική λειτουργία.



























