Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thaumaturgy
01
θαυματουργία, μαγικό κόλπο
an illusory feat; considered magical by naive observers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
thaumaturgies
02
θαυματουργία, τέχνη της επίκλησης υπερφυσικών δυνάμεων
any art that invokes supernatural powers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
thaumaturgy
thaum



























