Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Testator
01
διαθέτης, αυτός που κάνει διαθήκη
a person who makes a will
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
testators
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διαθέτης, αυτός που κάνει διαθήκη