testator
tes
ˈtɛs
tes
ta
teɪ
tei
tor
migratorinflaterbarratorpronator

Ορισμός και σημασία του "testator"στα αγγλικά

01

διαθέτης, αυτός που κάνει διαθήκη

a person who makes a will 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
testators
αρσενικό ενικό
testator
θηλυκό ενικό
testatrix
neutral form
will-maker

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store