tense
tense
tɛns
tens
teasetersetenge

Ορισμός και σημασία του "tense"στα αγγλικά

01

τεντωμένος, νευρικός

full of anxiety or fear that makes people feel pressure or unease 
tense definition and meaning
Παραδείγματα
She felt tense before her presentation, worrying about forgetting her lines. 

Αισθανόταν τεταμένη πριν από την παρουσίασή της, ανησυχώντας μήπως ξεχάσει τις γραμμές της.

02

τεντωμένος, άκαμπτος

taut or rigid; stretched tight 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tensest
συγκριτικός βαθμός
tenser
διαβαθμίσιμο
03

τεντωμένος, συνεσταλμένος

(of a speech sound) characterized by relatively tight or strained tongue muscles during the pronunciation 
Παραδείγματα
The vowel in the word was identified as a tense sound. 

Το φωνήεν στη λέξη αναγνωρίστηκε ως τεταμένος ήχος.

01

χρόνος, χρόνος ρήματος

(grammar) a form of the verb that indicates the time or duration of the action or state of the verb 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tenses
Παραδείγματα
In "She walks to school," walks is in the present tense. 

Στην πρόταση «Περπατάει στο σχολείο», περπατάει είναι στον χρόνο ενεστώτα.

to tense
01

τεντώνω, κάνω νευρικό

to make someone feel nervous, anxious, or uneasy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tense
γ΄ ενικό πρόσωπο
tenses
ενεστώτα μετοχή
tensing
απλός αόριστος
tensed
παθητική μετοχή
tensed
1.1

τεντώνομαι, γίνομαι νευρικός

to become nervous, anxious, or uneasy 
02

τεντώνω, σκληραίνω

to tighten or stiffen something physically 
Παραδείγματα
The dog tensed its body before barking. 

Ο σκύλος τάνυσε το σώμα του πριν από το γάβγισμα.

03

τεντώνω, γίνομαι τεντωμένος

become stretched or tense or taut 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store