tense
Pronunciation
/ˈtɛns/

Ορισμός και σημασία του "tense"στα αγγλικά

01

τεντωμένος, νευρικός

full of anxiety or fear that makes people feel pressure or unease
tense definition and meaning
Παραδείγματα
The courtroom had a tense atmosphere as the jury returned.
Η αίθουσα του δικαστηρίου είχε μια τεταμένη ατμόσφαιρα όταν επέστρεψε η κριτική επιτροπή.
02

τεντωμένος, άκαμπτος

taut or rigid; stretched tight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tensest
συγκριτικός βαθμός
tenser
διαβαθμίσιμο
03

τεντωμένος, συνεσταλμένος

(of a speech sound) characterized by relatively tight or strained tongue muscles during the pronunciation
Παραδείγματα
Many German vowels require a more tense pronunciation compared to their English equivalents.
Πολλά γερμανικά φωνήεντα απαιτούν μια πιο τεταμένη προφορά σε σύγκριση με τα αντίστοιχα αγγλικά.
01

χρόνος, χρόνος ρήματος

(grammar) a form of the verb that indicates the time or duration of the action or state of the verb
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tenses
Παραδείγματα
English has 12 primary tenses, including past continuous.
Τα αγγλικά έχουν 12 κύριους χρόνους, συμπεριλαμβανομένου του παρατατικού.
to tense
01

τεντώνω, κάνω νευρικό

to make someone feel nervous, anxious, or uneasy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tense
γ΄ ενικό πρόσωπο
tenses
ενεστώτα μετοχή
tensing
απλός αόριστος
tensed
παθητική μετοχή
tensed
1.1

τεντώνομαι, γίνομαι νευρικός

to become nervous, anxious, or uneasy
02

τεντώνω, σκληραίνω

to tighten or stiffen something physically
Παραδείγματα
" Do n't tense your shoulders, " the yoga instructor reminded.
"Μην τεντώνεις τους ώμους σου", υπενθύμισε ο δάσκαλος γιόγκα.
03

τεντώνω, γίνομαι τεντωμένος

become stretched or tense or taut
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store