Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tendon
01
τένοντας, ελαστικός σύνδεσμος
(anatomy) an elastic cord or band that connects a muscle to a bone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tendons
Παραδείγματα
Tendons are composed primarily of collagen fibers.
Οι τένοντες αποτελούνται κυρίως από ίνες κολλαγόνου.



























