tendon
ten
ˈtɛn
ten
don
dən
dēn
tenon

Ορισμός και σημασία του "tendon"στα αγγλικά

01

τένοντας, ελαστικός σύνδεσμος

(anatomy) an elastic cord or band that connects a muscle to a bone 
tendon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tendons
Παραδείγματα
Tendon injuries can result from sudden trauma or repetitive strain. 

Οι κακώσεις των τενοντων μπορεί να προκύψουν από ξαφνικό τραυματισμό ή επαναλαμβανόμενη καταπόνηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store