tempting
temp
ˈtɛmp
temp
ting
tɪng
ting
tempering

Ορισμός και σημασία του "tempting"στα αγγλικά

01

δελεαστικός, γοητευτικός

appealing to the desires or interests, often causing a strong urge to do or have something 
tempting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tempting
συγκριτικός βαθμός
more tempting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tempting aroma of sizzling bacon lured him out of bed in the morning. 

Η δελεαστική άρωμα του τσιτσιρίζοντος μπέικον τον έβγαλε από το κρεβάτι το πρωί.

01

πειρασμός, αποπλάνηση

an act of presenting something attractive or desirable in order to test someone's self-control or moral strength 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
temptings
Παραδείγματα
The saint endured many temptings during his time in the wilderness. 

Ο άγιος υπέμεινε πολλούς πειρασμούς κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην έρημο.

Λεξικό Δέντρο

temptingly
temptingness
untempting
tempting
tempt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store