Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Temperance
01
εγκράτεια, νηφαλιότητα
the practice of restraining oneself from consuming any or too much alcohol
Παραδείγματα
Temperance became a cornerstone of his personal philosophy, leading him to advocate for responsible drinking.
Η μετριοπάθεια έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος της προσωπικής του φιλοσοφίας, οδηγώντας τον να υποστηρίζει την υπεύθυνη κατανάλωση αλκοόλ.
02
σωφροσύνη, εγκράτεια
the act of tempering
03
εγκράτεια
the trait of avoiding excesses
Λεξικό Δέντρο
intemperance
temperance
temper



























