temblor
temb
ˈtɛmb
τεμμπ
lor
lɜr
λερρ
/tˈɛmblə/

Ορισμός και σημασία του "temblor"στα αγγλικά

01

σεισμός, δόνηση

an earthquake caused by underground movement or volcanic activity
temblor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
temblors
Παραδείγματα
The school conducted earthquake drills to ensure students knew what to do in the event of a temblor.
Το σχολείο πραγματοποίησε ασκήσεις σεισμού για να διασφαλίσει ότι οι μαθητές γνώριζαν τι να κάνουν σε περίπτωση σεισμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store