Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to teleport
01
τηλεμεταφέρω
to transport or move matter instantaneously from one location to another without traversing the physical space in between
Intransitive: to teleport | to teleport somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
teleport
γ΄ ενικό πρόσωπο
teleports
ενεστώτα μετοχή
teleporting
απλός αόριστος
teleported
παθητική μετοχή
teleported
Παραδείγματα
The superhero could teleport to different parts of the city.
Ο υπερήρωας μπορούσε να τηλεμεταφερθεί σε διαφορετικά μέρη της πόλης.



























