Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to teleport
01
τηλεμεταφέρω
to transport or move matter instantaneously from one location to another without traversing the physical space in between
Intransitive: to teleport | to teleport somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
teleport
γ΄ ενικό πρόσωπο
teleports
ενεστώτα μετοχή
teleporting
απλός αόριστος
teleported
παθητική μετοχή
teleported
Παραδείγματα
The alien creature could easily teleport to escape from predators.
Το εξωγήινο πλάσμα μπορούσε εύκολα να τηλεμεταφερθεί για να ξεφύγει από τους θηρευτές.



























