Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to telefax
01
αποστέλλω με φαξ, φαξάρω
send something via a facsimile machine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
telefax
γ΄ ενικό πρόσωπο
telefaxes
ενεστώτα μετοχή
telefaxing
απλός αόριστος
telefaxed
παθητική μετοχή
telefaxed



























