Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Telegraphy
01
τηλεγραφία, τηλέγραφος
a device used to send messages over long distances through wires using electrical signals, often in the form of Morse code
Παραδείγματα
Telegraphy was an important communication tool in the 19th century.
Η τηλεγραφία ήταν ένα σημαντικό εργαλείο επικοινωνίας τον 19ο αιώνα.
02
τηλεγραφία
communicating at a distance by electric transmission over wire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























