Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Teleconference
01
τηλεδιάσκεψη, βιντεοδιάσκεψη
a meeting held among several people who are in different locations, linked via the Internet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
teleconferences
Παραδείγματα
The teleconference was scheduled to discuss the company's financial performance and future goals.
Η τηλεδιάσκεψη ήταν προγραμματισμένη για να συζητήσει τη χρηματοοικονομική απόδοση της εταιρείας και τους μελλοντικούς στόχους.
to teleconference
01
τηλεδιασκέπτομαι, συμμετέχω σε τηλεδιάσκεψη
to participate in a meeting in which attendees are at different locations and connected via telecommunications technology
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
teleconference
γ΄ ενικό πρόσωπο
teleconferences
ενεστώτα μετοχή
teleconferencing
απλός αόριστος
teleconferenced
παθητική μετοχή
teleconferenced
Παραδείγματα
Employees teleconferenced rather than traveling to the headquarters.
Οι υπάλληλοι τηλεδιάσκεψαν αντί να ταξιδέψουν στην έδρα.



























