Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Teleconference
01
τηλεδιάσκεψη, βιντεοδιάσκεψη
a meeting held among several people who are in different locations, linked via the Internet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
teleconferences
Παραδείγματα
The teleconference allowed team members from different locations to collaborate on the project.
Η τηλεδιάσκεψη επέτρεψε στα μέλη της ομάδας από διαφορετικές τοποθεσίες να συνεργαστούν στο έργο.
to teleconference
01
τηλεδιασκέπτομαι, συμμετέχω σε τηλεδιάσκεψη
to participate in a meeting in which attendees are at different locations and connected via telecommunications technology
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
teleconference
γ΄ ενικό πρόσωπο
teleconferences
ενεστώτα μετοχή
teleconferencing
απλός αόριστος
teleconferenced
παθητική μετοχή
teleconferenced
Παραδείγματα
The managers teleconferenced with international offices every Monday.
Οι διευθυντές τηλεδιασκέπτονταν με τα διεθνή γραφεία κάθε Δευτέρα.



























