Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
teensy-weensy
01
πολύ μικρό, μικρούτσικο
very tiny, often used in a playful or emphatic way
Παραδείγματα
The kitten had a teensy-weensy nose that made it look even more adorable.
Το γατάκι είχε μια πολύ μικρή μύτη που το έκανε να φαίνεται ακόμα πιο αξιολάτρευτο.



























