tedium
te
ˈti:
ti
dium
diəm
diēm

Ορισμός και σημασία του "tedium"στα αγγλικά

01

πλήξη, μονοτονία

dullness owing to length or slowness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tediums
02

πλήξη, μονοτονία

the state of being wearied or bored due to repetitive or unchanging activities 
Παραδείγματα
Attending the same meetings week after week brought a sense of tedium she couldn't shake off. 

Η συμμετοχή στις ίδιες συναντήσεις εβδομάδα με την εβδομάδα έφερε μια αίσθηση βαρεμάρας που δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store