teddy bear
te
ˈtɛ
τε
ddy
di
ντι
bear
bɛə
μπεα
teddy

Ορισμός και σημασία του "teddy bear"στα αγγλικά

01

noun αρκουδάκι, noun λούτρινο αρκουδάκι

a toy that looks like a bear and is made of soft materials 
teddy bear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
teddy bears
Παραδείγματα
She received a soft teddy bear as a birthday gift, which quickly became her favorite cuddle companion. 

Λάμβανε ένα απαλό αρκουδάκι ως δώρο γενεθλίων, το οποίο γρήγορα έγινε ο αγαπημένος της σύντροφος αγκαλιάς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store