Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tearful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tearful
συγκριτικός βαθμός
more tearful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, appearance, behavior
Παραδείγματα
Her tearful eyes glistened in the candlelight.
Τα δακρυσμένα της μάτια λάμπανε στο φως των κεριών.
02
δακρυσμένος, θλιμμένος
showing sorrow
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tearfully
tearfulness
tearful
tear



























