tearful
Pronunciation
/ˈtɪɹfəɫ/

Ορισμός και σημασία του "tearful"στα αγγλικά

01

δακρύβρεχτος, κλαψούρης

having eyes full of tears or appearing on the verge of crying
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tearful
συγκριτικός βαθμός
more tearful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His tearful gaze showed his deep regret.
Το δακρυσμένο του βλέμμα έδειχνε τη βαθιά του λύπη.
02

δακρυσμένος, θλιμμένος

showing sorrow

Λεξικό Δέντρο

tearfully
tearfulness
tearful
tear
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store