Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Team
01
ομάδα, ομάδα
a group of people who compete against another group in a sport or game
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
teams
Παραδείγματα
The basketball team practiced diligently to enhance their coordination and strategy.
Η ομάδα μπάσκετ προπονήθηκε επιμελώς για να βελτιώσει τον συντονισμό και τη στρατηγική της.
02
ζεύγος, ομάδα
two or more draft animals that work together to pull something
03
ομάδα, ομάδα
a group of people working together towards a common goal or purpose
Παραδείγματα
The basketball team practiced every day to improve their skills.
Η ομάδα μπάσκετ εξασκούνταν κάθε μέρα για να βελτιώσει τις δεξιότητές της.
to team
01
συνεργάζομαι, δουλεύω σε ομάδα
to collaborate and work collectively
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
team
γ΄ ενικό πρόσωπο
teams
ενεστώτα μετοχή
teaming
απλός αόριστος
teamed
παθητική μετοχή
teamed
Παραδείγματα
During the competition, athletes often team with others for relay events.
Κατά τη διάρκεια του διαγωνισμού, οι αθλητές συχνά σχηματίζουν ομάδες με άλλους για τις σκυταλοδρομίες.



























