Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Teaching
01
διδασκαλία, εκπαίδευση
the activities of educating or instructing; activities that impart knowledge or skill
02
διδασκαλία
the profession of a teacher
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
03
διδασκαλία
a doctrine that is taught
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
teaching
teach



























