teacher
tea
ti:
ti
cher
ʃɛə
sheē
toucher

Ορισμός και σημασία του "teacher"στα αγγλικά

01

δάσκαλος, καθηγητής

someone who teaches things to people, particularly in a school 
Dialectamerican flagAmerican
teacher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
teachers
Παραδείγματα
I raised my hand to give an answer when the teacher asked a question. 

Σήκωσα το χέρι μου για να δώσω μια απάντηση όταν ο δάσκαλος έκανε μια ερώτηση.

02

δάσκαλος, εκπαιδευτικός

a personified abstraction that teaches 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

teachership
teacher
teach
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store