tautologic
tau
ˌtɔ:
το
to
τα
lo
ˈlɒ
λο
gic
ʤɪk
τζικ

Ορισμός και σημασία του "tautologic"στα αγγλικά

tautologic
01

ταυτολογικός, περιττός

using needless repetition or saying the same thing twice in different words 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tautologic
συγκριτικός βαθμός
more tautologic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
language, logic, communication
Παραδείγματα
The tautologic nature of the definition made it less clear and more confusing. 

Η ταυτολογική φύση του ορισμού τον έκανε λιγότερο σαφή και πιο συγκεχυμένο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tautologic
tautology
tauto
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store