Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
taut
01
τεντωμένος, στενός
stretched firmly without slack
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tautest
συγκριτικός βαθμός
tauter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rope was taut, ready to bear the weight of the climber.
Το σχοινί ήταν τεντωμένο, έτοιμο να αντέξει το βάρος του αναρριχητή.
02
τεταμένος, συσπασμένος
(especially of nerves or muscles) under strain
Παραδείγματα
Her face was taut with anxiety as she waited for the results.
Το πρόσωπό της ήταν τεντωμένο από το άγχος καθώς περίμενε τα αποτελέσματα.
03
συνοπτικός, τεταμένος
(of writing, music, etc.) sharply focused and with no unnecessary elements
Παραδείγματα
The film's taut pacing kept the audience on edge.
Ο τεταμένος ρυθμός της ταινίας κράτησε το κοινό σε αγωνία.
Λεξικό Δέντρο
tautly
tautness
taut



























