Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tattle
01
καταγγέλλω, μουτζώνω
to reveal someone's wrongdoing or misbehavior to others
Intransitive: to tattle | to tattle on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tattle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tattles
ενεστώτα μετοχή
tattling
απλός αόριστος
tattled
παθητική μετοχή
tattled
Παραδείγματα
The teacher warned the students not to tattle on each other over minor issues.
Ο δάσκαλος προειδοποίησε τους μαθητές να μην καταδίδουν ο ένας τον άλλον για μικροπροβλήματα.
02
καταγγέλλω, μουτζώνω
to share trivial information about someone or something
Intransitive: to tattle | to tattle about sth
Παραδείγματα
She did n't want to tattle, but she could n't resist sharing the juicy gossip she heard.
Δεν ήθελε να καταγγέλει, αλλά δεν μπορούσε να αντισταθεί στο να μοιραστεί το ζουμερό κουτσομπολιό που άκουσε.
Tattle
01
φλυαρία, κουτσομπολιό
idle or trivial talk, often gossip or chatter that conveys little importance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The magazine was full of celebrity tattle.
Το περιοδικό ήταν γεμάτο κουτσομπολιά για διάσημους.
Λεξικό Δέντρο
tattler
tattling
tattle



























