Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tattle
01
καταγγέλλω, μουτζώνω
to reveal someone's wrongdoing or misbehavior to others
Intransitive: to tattle | to tattle on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tattle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tattles
ενεστώτα μετοχή
tattling
απλός αόριστος
tattled
παθητική μετοχή
tattled
Παραδείγματα
In the office, a colleague couldn't resist tattling to the supervisor about a minor mistake made by a coworker.
Στο γραφείο, ένας συνάδελφος δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο να καταγγείλει στον επόπτη ένα μικρό λάθος που έκανε ένας άλλος συνάδελφος.
02
καταγγέλλω, μουτζώνω
to share trivial information about someone or something
Intransitive: to tattle | to tattle about sth
Παραδείγματα
The children tattled about the new student's unusual lunchbox.
Τα παιδιά κουτσομπόλεψαν για το ασυνήθιστο κουτί μεσημεριανού του νέου μαθητή.
Tattle
01
φλυαρία, κουτσομπολιό
idle or trivial talk, often gossip or chatter that conveys little importance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tattles
Παραδείγματα
The playground was full of children's tattle about their classmates.
Η παιδική χαρά ήταν γεμάτη κουτσομπολιά των παιδιών για τους συμμαθητές τους.
Λεξικό Δέντρο
tattler
tattling
tattle



























