to tattle
ta
ˈtæ
ttle
təl
tēl
tittle

Ορισμός και σημασία του "tattle"στα αγγλικά

to tattle
01

καταγγέλλω, μουτζώνω

to reveal someone's wrongdoing or misbehavior to others 
Intransitive: to tattle | to tattle on sb
to tattle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tattle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tattles
ενεστώτα μετοχή
tattling
απλός αόριστος
tattled
παθητική μετοχή
tattled
Παραδείγματα
In the office, a colleague couldn't resist tattling to the supervisor about a minor mistake made by a coworker. 

Στο γραφείο, ένας συνάδελφος δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο να καταγγείλει στον επόπτη ένα μικρό λάθος που έκανε ένας άλλος συνάδελφος.

02

καταγγέλλω, μουτζώνω

to share trivial information about someone or something 
Intransitive: to tattle | to tattle about sth
to tattle definition and meaning
Παραδείγματα
The children tattled about the new student's unusual lunchbox. 

Τα παιδιά κουτσομπόλεψαν για το ασυνήθιστο κουτί μεσημεριανού του νέου μαθητή.

01

φλυαρία, κουτσομπολιό

idle or trivial talk, often gossip or chatter that conveys little importance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tattles
Παραδείγματα
The playground was full of children's tattle about their classmates. 

Η παιδική χαρά ήταν γεμάτη κουτσομπολιά των παιδιών για τους συμμαθητές τους.

Λεξικό Δέντρο

tattler
tattling
tattle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store