Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acoustical
01
ακουστικός, σχετικός με την ακουστική
focused on the scientific analysis and understanding of sound, its behavior, and its impact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team ’s acoustical insights helped reduce noise pollution in urban areas.
Οι ακουστικές γνώσεις της ομάδας βοήθησαν στη μείωση της ηχορύπανσης σε αστικές περιοχές.
Λεξικό Δέντρο
acoustically
acoustical
acoustic
acoust



























