Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Task
01
εργασία, ασκηση
a piece of work for someone to do, especially as an assignment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tasks
Παραδείγματα
The teacher assigned a reading task to the students for homework.
Ο δάσκαλος ανέθεσε μια εργασία ανάγνωσης στους μαθητές για το σπίτι.
02
εργασία, αποστολή
a specific piece of work required to be done as a duty or for a specific fee
to task
01
αναθέτω, ορίζω
to assign a duty or responsibility to someone
Transitive: to task sb with a duty
Παραδείγματα
The manager decided to task the team with a challenging project to test their skills.
Ο διαχειριστής αποφάσισε να αναθέσει στην ομάδα ένα απαιτητικό έργο για να δοκιμάσει τις δεξιότητές τους.
02
απαιτώ, ζητώ
to require a lot from someone, especially in terms of their time, energy, or skills
Transitive: to task sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
task
γ΄ ενικό πρόσωπο
tasks
ενεστώτα μετοχή
tasking
απλός αόριστος
tasked
παθητική μετοχή
tasked
Παραδείγματα
His new job tasks him with balancing multiple high-stakes responsibilities.
Η νέα του δουλειά τον αναθέτει να ισορροπήσει πολλές υψηλής σημασίας ευθύνες.
LanGeek



























