task
task
tæsk
ταισκ
/tˈɑːsk/

Ορισμός και σημασία του "task"στα αγγλικά

01

εργασία, ασκηση

a piece of work for someone to do, especially as an assignment
task definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tasks
Παραδείγματα
The manager delegated the task to her most trusted employee.
Ο διαχειριστής ανέθεσε την εργασία στον πιο έμπιστο υπάλληλό της.
02

εργασία, αποστολή

a specific piece of work required to be done as a duty or for a specific fee
to task
01

αναθέτω, ορίζω

to assign a duty or responsibility to someone
Transitive: to task sb with a duty
to task definition and meaning
Παραδείγματα
Last month, the manager tasked a specific team with a challenging assignment.
Τον περασμένο μήνα, ο διευθυντής ανέθεσε σε μια συγκεκριμένη ομάδα μια δύσκολη εργασία.
02

απαιτώ, ζητώ

to require a lot from someone, especially in terms of their time, energy, or skills
Transitive: to task sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
task
γ΄ ενικό πρόσωπο
tasks
ενεστώτα μετοχή
tasking
απλός αόριστος
tasked
παθητική μετοχή
tasked
Παραδείγματα
The complex nature of the case tasks the lawyer with thorough research and strategy.
Η πολύπλοκη φύση της υπόθεσης αναθέτει στον δικηγόρο διεξοδική έρευνα και στρατηγική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store