tartness
tart
ˈtɑ:t
taat
ness
nəs
nēs
tardinesstamenesstallnesstautness

Ορισμός και σημασία του "tartness"στα αγγλικά

01

ξινίλα, αψίδα

a sharp sour taste 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tartnesses
02

δριμύτητα, πικρία

a rough and bitter manner 
03

ξινίλα, στυφότητα

a sharp, tangy flavor that is sour and often pleasantly acidic 
Παραδείγματα
The tartness of the grapefruit added a zesty kick to the fruit salad. 

Η ξινίλα του γκρέιπφρουτ πρόσθεσε μια πικάντικη νότα στη φρουτοσαλάτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tartness
tart
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store