Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tariff
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tariffs
Παραδείγματα
The government imposed a tariff on imported steel to protect domestic producers.
Η κυβέρνηση επέβαλε δασμό στα εισαγόμενα ατσάλι για να προστατεύσει τους εγχώριους παραγωγούς.
02
τιμολόγιο, διάταγμα τιμών
a published schedule of charges for goods, services, or accommodations, often set by a hotel, restaurant, or company
Παραδείγματα
The hotel's tariff included the cost of breakfast.
Ο τιμοκατάλογος του ξενοδοχείου περιελάμβανε το κόστος του πρωινού.
to tariff
01
τιμολογώ, εφαρμόζω δασμό
to apply a fixed price, tax, or duty on goods, services, or imports
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tariff
γ΄ ενικό πρόσωπο
tariffs
ενεστώτα μετοχή
tariffing
απλός αόριστος
tariffed
παθητική μετοχή
tariffed
Παραδείγματα
The government tariffed imported steel to protect local manufacturers.
Η κυβέρνηση επέβαλε δασμούς στο εισαγόμενο ατσάλι για να προστατεύσει τους τοπικούς κατασκευαστές.



























