Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tar
01
πίσσα, ασφάλτος
a thick, black, sticky substance used in road construction and maintenance for paving and sealing surfaces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The tar hardened quickly in the summer heat.
Το πίσσα σκληρύνθηκε γρήγορα στη ζέστη του καλοκαιριού.
02
ναύτης, μαραγκούς
a man who serves as a sailor
to tar
01
πισσώνω, καλύπτω με πίσσα
coat with tar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tar
γ΄ ενικό πρόσωπο
tars
ενεστώτα μετοχή
tarring
απλός αόριστος
tarred
παθητική μετοχή
tarred
Λεξικό Δέντρο
tarry
tar



























