Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Taramasalata
01
ταραμοσαλάτα, ταράμα
a type of food made with fish eggs, originated in Greece
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
taramasalatas
LanGeek



























