tantamount
Pronunciation
/ˈtæntəˌmaʊnt/

Ορισμός και σημασία του "tantamount"στα αγγλικά

tantamount
01

ισοδύναμος, αντίστοιχος

equivalent in effect, value, or meaning
tantamount definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The policy change is tantamount to a reduction in workers' rights.
Η αλλαγή της πολιτικής είναι ισοδύναμη με μείωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store