Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tantamount
01
ισοδύναμος, αντίστοιχος
equivalent in effect, value, or meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Refusing to answer the question was tantamount to admitting guilt.
Η άρνηση να απαντήσει στην ερώτηση ήταν ισοδύναμη με την παραδοχή ενοχής.



























