Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tantamount
01
ισοδύναμος, αντίστοιχος
equivalent in effect, value, or meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The policy change is tantamount to a reduction in workers' rights.
Η αλλαγή της πολιτικής είναι ισοδύναμη με μείωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.



























