Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tantalize
01
δελεάζω, ερεθίζω
to torment someone by showing or promising something desirable that remains just out of reach
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tantalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
tantalizes
ενεστώτα μετοχή
tantalizing
απλός αόριστος
tantalized
παθητική μετοχή
tantalized
Παραδείγματα
The treasure map tantalized the explorers with hints of gold.
Ο χάρτης του θησαυρού ταντάλισε τους εξερευνητές με υποδείξεις για χρυσό.
Λεξικό Δέντρο
tantalizer
tantalizing
tantalize



























