Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tannery
01
βυρσοδεψείο, εργοστάσιο δερμάτων
a place where animal skin is made into leather
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tanneries
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tannery
tan



























