bigotry
bi
ˈbɪ
bi
got
gət
gēt
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "bigotry"στα αγγλικά

01

φανατισμός, ανοχή

the fact of having or expressing strong, irrational views and disliking other people with different views or a different way of life 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The community was shocked by the bigotry expressed in the hateful speech. 

Η κοινότητα σοκαρίστηκε από τη μωρολογία που εκφράστηκε στον μισαλλόδοξο λόγο.

Λεξικό Δέντρο

bigotry
bigot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store