Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Talus
01
αστράγαλος, τάλος
the bone that forms the ankle joint with the tibia and fibula, supporting the body's weight and allowing movement of the foot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tali
Παραδείγματα
The talus bone plays a crucial role in ankle stability and movement.
Το οστό ταλός παίζει κρίσιμο ρόλο στη σταθερότητα και την κίνηση του αστραγάλου.
02
καταρρέοντα βράχια, τάλους
a sloping mass of loose rocks at the base of a cliff
LanGeek



























