Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tallness
01
ύψος, μεγέθυνση
the vertical dimension of extension; distance from the base of something to the top
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ύψος, ψηλό ανάστημα
the property of being taller than average stature
Λεξικό Δέντρο
tallness
tall



























