tallish
ta
ˈtæ
ται
llish
lɪʃ
λισ
/tˈælɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "tallish"στα αγγλικά

01

ψηλόκομπος, αρκετά ψηλός

moderately or somewhat tall in height
tallish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tallish
συγκριτικός βαθμός
more tallish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The actor 's tallish appearance helped him land the role.
Η αρκετά ψηλή εμφάνιση του ηθοποιού τον βοήθησε να πάρει τον ρόλο.

Λεξικό Δέντρο

tallish
tall
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store