Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Talent
01
ταλέντο, χάρισμα
an ability that a person naturally has in doing something well
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
talents
Παραδείγματα
The gymnast 's talent for flexibility and strength earned her many medals.
Το ταλέντο της γυμνάστριας για την ευελιξία και τη δύναμη της χάρισε πολλά μετάλλια.
02
ταλέντο, χάρισμα
a person who possesses unusual innate ability in some field or activity
Λεξικό Δέντρο
talentless
talent



























