Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Talent
01
ταλέντο, χάρισμα
an ability that a person naturally has in doing something well
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
talents
Παραδείγματα
His talent for playing the piano was evident from a young age.
Το ταλέντο του στο πιάνο ήταν εμφανές από μικρή ηλικία.
02
ταλέντο, χάρισμα
a person who possesses unusual innate ability in some field or activity
Λεξικό Δέντρο
talentless
talent



























