takedown
take
ˈteɪk
teik
down
daʊn
dawn
breakdownshakedown

Ορισμός και σημασία του "takedown"στα αγγλικά

01

καταστροφική παρατήρηση, οδυνηρή κριτική

a crushing remark 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
takedowns
02

κατάρριψη, τεχνική πτώσης

a wrestling technique used to gain control over an opponent by taking them down to the mat or ground 
Παραδείγματα
The wrestler practiced various takedown maneuvers during training. 

Ο παλαιστής εξασκήθηκε σε διάφορες ελιγμούς takedown κατά την προπόνηση.

03

σύλληψη, έφοδος

an arrest or sudden police action, often unexpected 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The police carried out a takedown at midnight. 

Η αστυνομία πραγματοποίησε μια σύλληψη τα μεσάνυχτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store