Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
take-away
01
πακέτο, για κατανάλωση εκτός χώρου
(of food or drink) sold to someone for eating or drinking outside the place it is bought from
Dialect
British
Παραδείγματα
They sat in the park enjoying their take-away sandwiches.
Κάθισαν στο πάρκο απολαμβάνοντας τα σάντουιτς τους πακέτο.



























